»Ο αγγελος της.»

5 το πρωι,εφυγε βιαστικα απ το σπιτι.Ειχε χτυπησει το τηλεφωνο και την ειδοποιησαν οτι επρεπε να παει οποσδηποτε στο νοσοκομειο γιατι τρακαρε το αμαξι που οδηγουσε η κορη της.Της κοπηκαν τα ποδια.Ετσι οπως ηταν,ετσι οπως σηκωθηκε απ το κρεβατι,χωρις να πει καμια κουβεντα η να ξυπνησει καποιον εφυγε τρεχοντας να παει στο παιδι της.Οδηγουσε και το μυαλο της ταξιδευε μεσα στο κρεβατι της εντατικης.Αρχισε να κλαιει,εκλαιγε με λυγμους.Εκανε στην ακρη το αμαξι κατεβηκε, και ξεσπασε με ολο της το ειναι,  ενιωθε την ψυχη της να βγαινει απ το σωμα της.Μπηκε και παλι μεσα, σκουπισε τα δακρυα της με την μπλουζα της και εβαλε μπρος την μηχανη,μετα απο δεκα λεπτα ειχε φτασει στο νοσοκομειο.Τρεχοντας κατευθυνθηκε προς την εντατικη,βρηκε μια νοσοκομα, αρχισε να κλαιει ξανα και να την ρωταει που ειναι το παιδι της.Προσπαθησε να την ηρεμησει.Της ειπε να κατσει στον θαλαμο και να ηρεμησει και πως θα εβγαινε ο γιατρος για να την ενημερωσει.Εκατσε σε μια καρεκλα του θαλαμου.Το βλεμμα της ειχε κολλησει στον απεναντι τοιχο.Το μονο που σκεφτοταν ηταν το χαμογελο της.Τα ματια της.Μετα αρχισε να προσευχεται.Ηλπιζε σε ενα θαυμα,τοτε ανοιξε η πορτα, βγηκε απο μεσα ενας γιατρος,πεταχτηκε απ το καθισμα της σαν ελατηριο,και επεσε πανω του.»Που ειναι? Θα γινει καλα το αγγελουδι μου?Τι εγινε?» αποκριθηκε.Ο γιατρος την καθησυχασε.Της ελεγε να ηρεμησει και πως ολα θα πηγαιναν καλα.Ειχε πιει αρκετα και εχασε τον ελεγχο του αμαξιου.Εχανε αρκετο αιμα,αλλα θα εκαναν οτι μπορουσαν.Της κοπηκαν τα ποδια.Εκατσε και παλι στην καρεκλα.Προσπαθησε να ηρεμησει.Προσπαθησε να φανει δυνατη.Αλλα πως?Ηταν μανα.Και ποναγε για το παιδι της.Μονο αυτη ηξερε ποσο πολυ πονο ενιωθε.Κοντευε να ξεψυχησει.Τοσος μεγαλος ηταν ο πονος της.Και αν την εχανε?Και αν δεν την εβλεπε ποτε ξανα?Σηκωθηκε.Δεν μπορουσε να παρει τα ποδια της απ την φορτιση.Καταφερε να κατεβει καμποσα σκαλια,πηγε να παρει εναν καφε.Ανεβηκε ξανα.Εκατσε στην καρεκλα.Ξανακοιταζε επιμονα τον ασπρο τοιχο απεναντι.Σκεψεις περναγαν απ το μυαλο.Πολλες σκεψεις.Ηπιε μια γουλια καφε.Αρχισε να δακρυζει ξανα.Ανατριχιασε για μια στιγμη.Περασε μια ωρα.Και αλλος γιατρος βγηκε.Σηκωθηκε εξαφνα.Ο γιατρος την κοιταξε στα ματια και χωρις να μιλησει,της χτυπησε τον ωμο.»Δυστυχως.Δεν τα καταφερε,εχασε αρκετο αιμα.»Αυτα ηταν τα λογια του.Εχασε την γη κατω απ τα ποδια της.Ηλπιζε.Δεν θα ξαναεβλεπε ποτε ξανα το αγγελουδι της.Λιποθυμησε.Εχασε τον αγγελο της.Την μονακριβη της.Εχασε την ελπιδα της.Εχασε το στηριγμα της.ΤΗΝ ΕΧΑΣΕ…..»

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Αταξινόμητα

Τι ειναι αγαπη.(Patricia Calmeiro)

Αγάπη είναι να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο χωρίς να μιλά
Αγάπη είναι να μάθει ο ένας να σέβεται τον άλλο
Η αγάπη είναι δώρο που δεν πρέπει να το αρνηθείς
γιατί είναι το ωραιότερο δώρο που μπορείς να ελπίζεις
Αγάπη είναι να έχεις μια καρδιά που χτυπά μόνο για αυτόν (αυτήν)
που δίνει ευτυχία και εξασφαλίζει την καλοπέραση μας
Η αγάπη είναι σαν ένα λουλούδι που ανθίζει απαλά
μια γλυκιά κατάσταση που κάνει τη ζωή όμορφη
Η αγάπη είναι να προσφέρεις σε αυτόν που αγαπάς, χωρίς να περιμένεις ανταπόδοση
Η αγάπη είναι να δίνεις χωρίς να μετράς, να προσφέρεις όλη σου την αγάπη
Η αγάπη είναι μια πνευματική κατάσταση, γεμάτη από μοναδικές στιγμές
που γεμίζουν τη ζωή μας με μαγικές στιγμές
Η αγάπη είναι να προσφέρεις την καρδιά σου και να την προσφέρεις ολοκληρωτικά
Δεν πρέπει να φοβάσαι αυτά τα συναισθήματα
Η αγάπη είναι η πιο όμορφη χάρη που μπορεί να κάνουμε στην ύπαρξη μας
Η αγάπη είναι μια μεγάλη γλύκα σε έναν βίαιο κόσμο

Αναρτήθηκε στις Αταξινόμητα

«Λιγοι στιχοι,και μερικα φιλια»

Ηταν μαζι απ το γυμνασιο με τον Ηλια, γνωριστηκαν σ’ενα εφηβικο παρτυ της ηλικιας, ξερετε απ αυτα που βλεπεις ταινιες, παιζεις μονοπολυ και αντε και καμια μπουκαλα αν λειπουν οι γονεις απ το σπιτι.Τωρα πηγαινει λυκειο,3η λυκειου εφτασε,θελει να γινει δικηγορος,με τον Ηλια τα χουν ακομα.Κανουν πολλα ονειρα, σχεδιαζουν το μελλον μαζι, ελπιζουν πως θα ναι μαζι για χρονια και θα γερασουν αγκαλια.Ο Ηλιας ποτε δεν την ειχε πιεσει για τιποτα που να την κανει να αισθανθει αβολα,ομως τις τελευταιες δυο εβδομαδες της υποδηλωνει εμμεσα πως θελει να κανουν ερωτα.Αυτη δεν ειναι ετοιμη.Φοβαται και μονο στην ιδεα,αλλα απ την αλλη ολες τις οι φιλες εχουν προχωρησει.Δεν θελει να ειναι η μονη που δεν εχει κανει κατι.Την τρωνε οι σκεψεις απ το πρωι μεχρι το βραδυ,και τα ερωτηματα πανε και ερχονται..»Και αν μεινω εγκυος;»,»Και αν σπασει το προφυλακτικο;»,»Και αν και αν και αν…»Εχει περασει σχεδον μια εβδομαδα και αποφασισμενη,πειθει τον εαυτο της πως θελει να το κανει.Το σκεφτεται αλλιως.Αφηνει τους ενδοιασμους στην ακρη, »Θα το κανω» αναφωνησε και αρπαξε γρηγορα το κινητο απ το κομοδινο.Εστειλε μηνυμα στον Ηλια του ελεγε να βρεθουν σπιτι της αυριο μετα το σχολειο,θα ελειπαν οι γονεις της.Ετσι και εγινε.Το επομενο μεσημερι ηταν σπιτι της με τον Ηλια.Η στιγμη ηταν αβολη,αποφασισαν να βαλουν μουσικη για να χαλαρωσουν,δεν αργησαν να αρχισουν,τα ματια τους ελαμπαν,τα μαλλια της επεφταν με χαρη πανω στο στηθος του,τα ποδια της ετρεμαν,δεν σταματουσε να τον φιλαει,του χαιδευε συνεχως τα μαλλια,εκλεισαν και οι δυο τα ματια τους,ειχε ερθει η στιγμη!Φορεσε την μπλουζα της και ξαπλωσε διπλα του,την πηρε αγκαλια,»Θελεις τσιγαρο;» της ειπε.Επιασε εναν αναπτηρα απ την κουζινα και το αναψε,φορεσε τα γυαλια μυωπιας και τον χαζευε που καπνιζε και αυτος.Καθονταν εκει για περιπου δεκα λεπτα χωρις να μιλησουν,μονο κοιταζονταν.Τοτε αυτη σηκωθηκε πηγε στην βιβλιοθηκη της και αρπαξε το λευκωμα της που συγκεντρωνε μεσα του διαφορα ποιηματα.Ανοιξε μια τυχαια σελιδα.Ηταν Ριτσος,»Σαρκινος λογος» Αρχισε να του διαβαζει μερικους στιχους…»Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.» Εκεινος χαμογελασε.Την αρπαξε απαλα απ το μπρατσο και αρχισε να την φιλαει.Ποσο τυχερος ενοιωθε που την ειχε διπλα του.Δεν υπηρχαν λεξεις να περιγραψουν το συναισθημα.Σταματησε να την φιλαει,αρχιζε να της χαιδευει τα μαυρα μακρια μαλλια της που μοσχοβολαγαν επανασταση και εφηβεια.Ενιωσε να την ερωτευεται ξανα,πιο δυνατα,πιο ζωντανα.Εκεινη ξανασηκωθηκε.Εβαλε το λευκωμα πισω στην θεση του.Πηγε στην κουζινα και εφερε δυο κουπες καφε,ξανααναψαν τσιγαρο,εκεινος επρεπε να φυγει.Την κοιταξε  για τελευταια φορα μεσα στα δυο λαμπερα της ματια και της εδωσε ενα φιλι.Εκεινη δεν μπορουσε να κρυψει τον ενθουσιασμο της,ηταν »γυναικα» πια.Δεν ηταν ιδια με πριν.Τιποτα δεν ηταν ιδιο με πριν,ειχε ενα κομματι του μεσα της.Ηταν δικος της.Ηταν δικια του.Ηταν ο ενας για τον αλλον.Το μελλον το αφησε αβεβαιο..Αφησε τον εαυτο της ελευθερο να ζησει το ‘τωρα.’Χαμογελασε.Επιασε τα μαλλια της κοτσο, και χαμογελασε.

Αναρτήθηκε στις Αταξινόμητα

«Ονειρα»

Ξυπνας ενα πρωι,ανοιγεις τα ματια σου και προσπαθεις να θυμηθεις τι ονειρο ειδες.Καθεσαι καμποσες ωρες ορθιος πανω στο κρεβατι προσπαθωντας να σκεφτεις,σπας το κεφαλι σου,προσπαθεις να θυμηθεις,προσπαθεις,αλλα δεν τα καταφερνεις.Τι ωραια αισθηση αυτη που σου αφησε το ονειρο το οποιο δεν θυμασαι.Θα θελες να το ζησεις, θα θελες να το ζησεις με ολες σου τις αισθησεις,αλλα ξερεις πως δεν μπορεις.Ξερεις πως ειναι αδυνατον κατι τετοιο.Γιατι να μην μπορουμε να ζουμε τα ονειρα μας?Γιατι?Γιατι ο εγκεφαλος μας τα εξαφανιζει?Δεν θα ηταν ωραιο να μπορουσε το καρμα να μας κανει πραγματικοτητα τα ονειρα?Σου απανταω εγω,»Βεβαιως και θα ταν ωραιο» Πιστευω στο καρμα.Ναι ναι πιστευω,πιστευω και στους δεινοσαυρους!Τι δεν υπαρχουν?Μηπως το ονειρευθηκα και αυτο?Πολλα ονειρα βλεπω τωρα τελευταια.Μου σκαλιζουν πολυ το κεφαλι.Τα περισσοτερα τα ξεχναω,αλλα θα θελα να τα θυμαμαι!Ολοι βλεπουμε ονειρα,και οποιος πει οτι δεν βλεπει ψεματα θα πει!Φανταζεσαι να μην βλεπαμε και ονειρα?Πω πω μιζερια.Δεν θα το αντεχαμε στο λεω με βεβαιοτητα!Ζωη χωρις ονειρα σαν παστιτσιο χωρις μπεσαμελ!Λοιπον λοιπον αν μπορουσαμε να ζησουμε μεσα στα ονειρα εγω θα θελα να ζω σε ενα ονειρο που θα χε χρωμα ροζ και πολλα πολλα συννεφα τριγυρω.Κατι σαν τον παραδεισο.Ετσι τον φανταζομαι,γεματο συννεφα και ονειρα.Ονειρευεσαι καθολου?Απαντα με ειλικρινεια ,και μην αρχισεις να το σκεφτεσαι και πολυ!Ωραια,τωρα που απαντησες κλεισε τα ματια.Τα εκλεισες?Ωραια.Μετρα μεχρι το 20.Καθως μετρας κανε μια σκεψη που θα θελες πολυ να συμβει.Εκανες?Ωραια.Ανοιξε τα ματια τωρα.Αυτη η σκεψη που εκανες θα πραγματοποιηθει.Αν την πιστεψεις πολυ θα τα καταφερεις!»Αν μπορεις να το ονειρευτεις,μπορεις και να το κανεις» Θυμησου το αυτο.Και συνεχισε να ονειρευεσαι.Τα ονειρα ειναι αυτα που σε κανουν καλυτερο ανθρωπο,πιο δυνατο,πιο χαρουμενο,πιο ζωντανο,πιο ζωηρο,πιο γενναιο!Ονειρα ειμαστε.Ενα ματσο ονειρα που περιμενουν να πραγματοποιηθουν!Αυτο σκεψου μονο και χαμογελα.Ονειρα φιλε μου,ονειρα….»

Αναρτήθηκε στις Αταξινόμητα

«Σβησε το φως»

4 το πρωι του Σαββατου.Δεν την επαιρνε ο υπνος.Καθοταν στον καναπε,ειχε ανοιξει το πορτατιφ και διαβαζε ενα παλιο αποκομμα εφημεριδας που ουτε καλα καλα καταλαβαινε τι ελεγε.Σηκωθηκε.Κατευθυνθηκε προς την κουζινα,ανοιξε το ψυγειο και αρπαξε το μπουκαλι με το κρυο γαλα,ηπιε βιαστικα και ατσαλα δυο γουλιες,το εβαλε πισω και ετρεξε γρηγορα να φορτισει το κινητο της που συνεχως χτυπουσε παραπονεμενο,ο σκυλος ειχε αραξει σε μια γωνια και ροχαλιζε.Τον εβγαλε δυο φωτογραφιες με την καμερα.Ακομα δεν ηξερε τι να κανει για να την παρει ο υπνος.Βγηκε στο μπαλκονι και αρχισε να χαζευει το φεγγαρι.Μπηκε μεσα.Εκανε αρκετο κρυο.Ξαπλωσε.Προσπαθησε να κλεισει τα ματια.Προσπαθησε να ονειρευτει διαφορα για να την παρει ο υπνος,φανταστηκε οτι ταξιδευε πανω σε μια καμηλα καπου στην μεση της Αφρικης.Μετα της ηρθαν στο μυαλο εικονες απ την καθημερινοτητα της.Τον φουρναρη που της εδωσε το κουλουρι το πρωι,το αγορι που συναντησε στο μετρο και τον χαζεψε για μια στιγμη,τα τσιγαρα που καπνισε,την μαμα της που την πηρε τηλεφωνο και της ελεγε ποσο πολυ την αγαπουσε.Υστερα αποφασισε να σβησει το φως.»Μηπως να επαιζα λιγη κιθαρα;» σκεφτηκε.Μπα.Δεν ηταν καλη ιδεα.Κοιταξε βιαστηκα το ρολοι μ’αυτα και μ’αυτα η ωρα πηγε 5 και εικοσι.Σκεφτηκε για μια στιγμη το αυριο.Ισως τελικα να εκλεινε το φως.Ισως επρεπε επιτελους να κοιμηθει.Σηκωθηκε ξανα.Πηγε τουαλετα.Φορεσε τις καλτσες της και επεσε και παλι κατω απ τα παπλωματα.Αυτην την φορα αρχιζε να κλεινει σιγα σιγα τα ματια της και εβλεπε πως αυτην την φορα ο οργανισμος της ανταποκρινοταν στο καλεσμα του υπνου.Αποκοιμηθηκε.Εσβησε το φως και αποκοιμηθηκε.Αποκοιμηθηκε εχοντας σκεψεις στο μυαλο,και ονειρα στο νου.Ξημερωνε μια καινουργια μερα,μια μερα γεματη περιπετειες,μια μερα που επρεπε να αδραξει,μια μερα γεματη ζωη.Μια μερα που την περιμενε.Ενα ‘αυριο’ αβεβαιο.Το δικο της ‘αυριο’

Αναρτήθηκε στις Αταξινόμητα

«Εφυγε νωρις»

Εφυγε,εκλεισε την πορτα πισω του δυνατα,και χαθηκε..χαθηκε μες στον καπνο των τσιγαρων,μες την μυρωδια του σβησμενου κεριου, δεν τον ρωτησα που παει..τον χαζευα απ το παραθυρο να φευγει.Με δακρυα στα ματια τηλεφωνησα στην Μαρια,εκλαιγα τοσο πολυ που ενιωθα πως θα ξεψυχησω πανω στο τηλεφωνο.Τοσος ηταν ο πονος μου.Γιατι? Γιατι? Μονο αυτο θυμαμαι να ψελλιζω συνεχως.Ενα τεραστιο «Γιατι» και υστερα αναψα τσιγαρο.Εβαλα λιγο ρουμι σε μια κουπα του καφε και το μονο που θυμαμαι απο εκεινη την βραδια ειναι οτι τελειωσα δυο μπουκαλια.Χτυπησε το κουδουνι καπου στις 2 το βραδυ.Ηταν η Μαρια.Ειχε ανησυχησει και ηρθε με τις πυτζαμες και ενα περιεργο κλιπ στα μαλλια.<<Τι επαθες?>> με ρωταγε συνεχως,δεν ηθελα να μιλησω.Το μονο που εκανα συνεχως ηταν να της ψελλιζω να κανει ησυχια και να την αγκαλιαζω καθε λεπτο ολο και πιο σφιχτα.Υστερα απο περιπου μιση ωρα σφιχταγκαλιασματος,την ρωτησα αν ηθελε να πιει καφε.Γελασε.Οχι,μου ειπε.Συνεχιζα να την αγκαλιαζω μεχρι που κοιμηθηκα.Το πρωι με ειχε σκεπασει με χιλιες δυο κουβερτες,μου ειχε αφησει ενα ραβασακι απο χαρτι και μου εγραφε πως μου ετοιμασε καφε,και πως μολις καταφερω να ξυπνησω να της τηλεφωνησω.Σηκωθηκα.Το κεφαλι μου πηγαινε να σπασει.Πηγα στο μπανιο, εβγαλα τα ρουχα μου και ανοιξα το νερο του ντους.Εκατσα απο κατω  για περιπου δεκα λεπτα.Δεν ενιωθα τιποτα.Μονο ενα κενο καπου αναμεσα στο στηθος μου.Οι αναστεναγμοι πηγαιναν και ερχονταν.Βγηκα βιαστικα.Σκουπιστηκα με μια πετσετα.Φορεσα τα Γυαλια μυωπιας.Με βρεγμενα μαλλια εβαλα λιγο καφε σε μια κουπα.Αναψα τσιγαρο.Κατευθυνθηκα προς το παραθυρο.Ειχε ηλιο εξω.Ωραια μερα,ψυθιρισα.Ετρεξα στο δωματιο,ανοιξα ραδιοφωνο.Επαιζε Βowie,το»Heroes» το αγαπημενο μου κομματι.Για μια στιγμη γελασα.Μετα αναρωτηθηκα αν θα μου περασει ποτε ολος αυτος ο πονος.Γιατι σε μενα?Ολοι αυτο αναρωτιομαστε σωστα? Η μηπως ειμαι η μονη?Νομιζα ημουν ευτυχισμενη μαζι του.Νομιζα ειχα βρει ενα κομματι χρυσο στα ματια του.Αυτος ηταν το αλλο μου μισο.Και τωρα ειμαι εδω.Μονη μου.Χωρις αυτον.Χωρις την ανασα του στον λαιμο μου.Χωρις τις σφιχτες του αγκαλιες τα βραδια.Εφυγε νωρις.Εφυγε πολυ νωρις,χωρις να μιλησει.Χωρις να με κοιταξει στα ματια.Απλα εφυγε…και ολο χαθηκαν.Ολα γκρεμιστηκαν.Ολα εξατμιστηκαν.Γιατι?

Αναρτήθηκε στις Αταξινόμητα

»Τα μοβ λουλουδια»

  • Μικρη,ο παππους μου με πηγαινε σε μια αλανα γεματη μοβ λουλουδια,εκει εμαθα να κανω ποδηλατο για πρωτη φορα,εκει αντικρυσα καταματα τον ουρανο,τ’αστερια,εκει φιληθηκα για πρωτη φορα με ενα αγορι,εκει…σ’αυτην την αλανα,που ηταν γεματη με  μοβ λουλουδια.Η μυρωδια τους μου θυμιζε ζωη.Μου θυμιζε ανασες.Μου θυμιζε εμενα.Αν επρεπε να δωσω ενα χρωμα στην ζωη μου,το μοβ θα εδινα.Μ’αρεσαν τοσο πολυ τα μοβ λουλουδια που καθε φορα που πηγαινα στην αλανα ξαπλωνα πανω τους, τα μυριζα συνεχως, τα ερωτευομουν!Ερωτευομουν ενα κομματι της φυσης που τοσο πολυ μου ταιριαζε.Τοσο πολυ με αντιπροσωπευε.Τοσο πολυ με ζωντανευε.Τα μοβ λουλουδια ηταν εκει,καμια φορα τους μιλαγα.Τους ελεγα τα μυστικα μου.Τους ελεγα τα ονειρα μου.Ειχα ενα μικρο βαζακι απο μαρμελαδα και καθε μερα μετα το σχολειο πηγαινα στην αλανα και εκοβα ενα μπουκετο, γυρναγα σπιτι,εβαζα νερο στο βαζακι το γεμιζα με τα λουλουδια ετρεχα στο δωματιο μου,καθομουν και τα μυριζα για ωρες…Η μαμα Ευγενια φωναζε! Πεγκυ σηκω,και σταματα να μυριζεις αχρηστα ματσακια με λουλουδια,μου ελεγε.Ναι μαμα της απαντουσα και ολο συνεχιζα να τα μυριζω,σαν να μην τα χορταινα.Σαν να μου καναν ξορκια.Ηταν τα μαγικα μου λουλουδια.Υστερα απο καμποσα χρονια σταματησα να πηγαινω στην αλανα.Σταματησα να μαζευω λουλουδια.Και εκει αρχισα να λεω στον εαυτο μου ποσο πολυ μεγαλωσα και ολο αυτο που μικρη μου φαινοταν μαγεια,τωρα απλα δεν με αγγιζε.Σαν να επεισα τον εαυτο μου πως ολο αυτο ηταν μια παλαβομαρα της παιδικης ηλικιας! Ισως ομως και να μην ηταν.Τα λουλουδια ειναι εκει…στην αλανα,τιποτα δεν ειναι ιδιο με τοτε…μου φαινονται διαφορετικα.Ισως να εχασα την αθωοτητα του »τοτε» ισως να τα βλεπω απλως σαν μοβ λουλουδια,και τιποτα παραπανω ομως καποτε,για μενα,αυτα τα μοβ λουλουδια ηταν το ειναι μου.Ηταν η ελπιδα μου,ηταν τα παιδικα μου ονειρα,ηταν κομματι της προσωπικοτητας μου,της ζωης μου.Πολλες φορες θα θελα να νιωσω λιγο σαν μοβ λουλουδι.Σαν ενα αθωο μοβ λουλουδι,που αγαπαει τον ηλιο,και την ζωη…tumblr_mi9d5sQOnI1rvsdfno1_100
Αναρτήθηκε στις Αταξινόμητα